Το είδος μας δεν γεννήθηκε μέσα στο τσιμέντο ,αλλά μέσα σε αγρια δάση και λιβάδεια. Τα μάτια μας εξελίχθηκαν για να διακρίνουν τις λεπτές διαφορές ανάμεσα στις χρυσαφένιες, πρασινωπές και καφεκόκκινες αποχρώσεις των ωρίμων καρπών και των φύλλων και όχι για να αγναντεύουν το γκρίζο των πόλεων.

stefani

Το άρθρο που ακολουθεί είναι του Γιάννη Σχίζα από την εφημερίδα Η Αυγή. Ένα άρθρο μεστό από νόημα και σκέψεις όχι μόνο για το βουνό των θεών αλλά και την ορειβασία γενικότερα. Ας το απολαύσουμε!!

 Στον αγαπητό φίλο, δασολόγο και υπερασπιστή της φύσης Γιώργο Ντούρο (1948-2008).

 

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την πρώτη ανάβαση στον Όλυμπο (2 Αυγούστου 1913), οργανώνεται το σαββατοκύριακο 20-21 Ιουλίου η 73η Πανελλήνια Ορειβατική Συνάντηση.

Το 1913 ο Ελβετός φωτογράφος Μπουασονά, λάτρης της ελληνικής υπαίθρου και των ανθρώπων της, θα συμμετάσχει σε μια δύσκολη ανάβαση σε ένα βουνό που κάποτε προκαλούσε αισθήματα μεταφυσικού δέους. Θα είναι η δεύτερη ίσως σημαντική προσπάθεια ψηλάφησης της έδρας των θεών, μετά από αυτήν του Γάλλου περιηγητή Σονινί το 1780: Ο οποίος προσφεύγει σε αρκετά τεχνάσματα για να παρακάμψει μια συμμορία ληστών, που λυμαινόταν τις υπώρειες του Ολύμπου, για να ξεκινήσει με κατεύθυνση τις κορυφές στα μέσα Ιουλίου. Εκεί, στο κατακαλόκαιρο, θα αντιμετωπίσει την κυριαρχία του χιονιού και του πάγου (κατά δήλωσίν του...) και θα «υποχωρήσει» κάνοντας μια παρατήρηση στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Ελλάδα και στην Τουρκία»: «Δεν είναι απορίας άξιο το ότι οι Έλληνες έβαλαν την κατοικία των θεών σε ένα περίοπτο μέρος όπου οι θνητοί δεν μπορούν να φθάσουν»...

Το 1913 τα πράγματα θα έλθουν αλλιώτικα. Τότε μαζί με τον Μπουασονά είναι οι Daniel Baud-Bovy και Χρήστος Κάκαλος, άτομα του ιδίου «φυράματος», αποφασισμένοι και δεινοί οδοιπόροι. Στιγμές από την τελική φάση αυτής της εξόρμησης αφηγείται ο ίδιος ο Μπουασονά, στο περιοδικό "Βουνό", τεύχος 27 του 1936:

"Δενόμαστε ο Baud-Bovy κι εγώ με το σχοινί του μουλαριού κι ακολουθούμε τον Κάκαλο που σκαρφαλώνει ξυπόλητος σαν αγριόγατος στις αποτομιές αυτών των γλιστερών βράχων, που είναι σκεπασμένες με ύπουλες σάρες, έτοιμες να κινήσουν στο βάθος του χωνιού. Αλλά, όπως συμβαίνει πάντα στο βουνό, οι πιο φοβερές από μακριά όψεις μοιάζουν λιγότερο τραχιές στην έφοδο και χωρίς καμιά δυσκολία, σε 25 λεπτά φτάνουμε στην τελευταία ράχη, την κορφή! Μια θαυμάσια κορυφή, στενή κορυφογραμμή φτιαγμένη από μεγάλους κομματιασμένους όγκους στη σειρά. Ολόγυρά μας τρομαχτικά βάραθρα χάνονται στην ομίχλη που μας τυλίγει πυκνά... Αλλά επί τέλους φτάσαμε... Φτάσαμε, οι πρώτοι άνθρωποι αφότου φύγανε οι θεοί"...

Οι θεοί του Ολύμπου είχαν φύγει από τις λαϊκές δοξασίες, η απομάγευση όμως ήταν δύσκολο να ολοκληρωθεί. Ή ίσως έμελλε να μην ολοκληρωθεί για τους ύστερους ορειβάτες, που έγιναν εθελοντικά «χρήστες» ενός χώρου κάποτε σημαντικού για τους κατατρεγμένους της εξουσίας, κλέφτες επί τουρκοκρατίας ή εν γένει παράνομους. Ο χώρος αποκτούσε πλέον μιαν άλλη αποστολή, περνώντας σε «ψυχαγωγικές χρήσεις».

Δραστηριότητα αναστοχασμού των εγκόσμιων

Ο Αύγουστος του 1913 απείχε ελάχιστο χρόνο από τη συμπερίληψη όλου του Ολύμπου στο ελληνικό κράτος, μετά τους βαλκανικούς πολέμους... Η ορειβασία ως δραστηριότητα αναστοχασμού των εγκοσμίων είχε διαφημισθεί δεόντως από την ανάβαση του Ιταλού ποιητή Πετράρχη στο όρος Βεντού των Άλπεων το σωτήριο έτος 1336, όμως ως κανονικό σπορ είχε ξεκινήσει πριν κάτι δεκαετίες, με πρωτοπόρο το εγγλέζικο «Αλπικό κλαμπ», που άρχισε να συσπειρώνει τζέντλεμεν ορεο-λατρικών διαθέσεων το 1858... Αντίθετα, η ευρύτερη ελληνική κοινωνία, της σχετικής ανυπαρξίας συστηματικών αθλητικών δραστηριοτήτων και της πλειοψηφικά υπερέχουσας χειρωνακτικής εργασίας, ήταν μάλλον άσχετη με την ορειβασία. Για την αμέσως μεταπολεμική περίοδο έγραφαν δυο φτασμένοι ορειβάτες, οι Πολυκράτης και Βασιλόπουλος: «Ήταν σχεδόν αδύνατο να πείσεις και τον πιο καλόπιστο νοικοκύρη ότι νέοι άνθρωποι σαν κι εμάς ήταν δυνατόν να ανεβοκατεβαίνουμε τα βουνά, να σκαρφαλώνουμε σε κάθετα βράχια, να περπατάμε σε χιονοθύελλες σε βαθιές χαράδρες... χωρίς να μας το επιβάλλουν πατριωτικοί ή επαγγελματικοί λόγοι ή χωρίς να μας κυνηγάνε...».

Στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα η εξερεύνηση της χερσαίας επιφάνειας του πλανήτη «σε πλάτος» ήταν σχεδόν ολοκληρωμένη, καθώς η Ανταρκτική και η Αρκτική είχαν μόλις υποκύψει στην «κατακτητική» επίθεση των Αντμούνσεν και Πήρυ. Απέμενε μόνο η κορυφαία των κορυφών, το μεγαλειώδες μπαλκόνι του κόσμου των 8.848 μέτρων, που άκουγε στα δυτικά αυτιά στο όνομα Έβερεστ - από το όνομα του Άγγλου στρατιωτικού και τοπογράφου Τζωρτζ Έβερεστ, που επιδόθηκε σε εκτίμηση των υψών της το 1841. Η κορυφή αυτή θα γινόταν το «άγιο δισκοπότηρο» μιας πολύμορφης και πολυεθνικής εκστρατείας, με 18 θανατηφόρες αποτυχίες μέχρι τον Μάιο του 1953: Τότε που ο Έντμουντ Χίλαρυ, μαζί με τον παραγκωνισμένο από τα διεθνή μίντια Τένζινγκ Νοργκάι, ορεσίβειο της φυλής των Σέρπα, πατούσαν το υψηλότερο σημείο του πλανήτη. Χάρις στον συνδυασμό της δικής τους παθιασμένης αποφασιστικότητας και της ευνοϊκής μετεωρολογικής συγκυρίας...

Θρησκεία και μεταμοντέρνοι πιστοί

Πριν και μετά τον ελληνικό Όλυμπο του Δωδεκαθέου, οι κορυφές έγιναν πόλος έλξης θρησκευτικών «ιδρυμάτων» και εξαγιάσθηκαν από τον θρησκευτικό λόγο - στο Φούτζι της Ιαπωνίας, στο όρος Σινά της Παλαιστίνης, στο Αραράτ, στο Θιβέτ των Ιμαλαΐων. Οι πιστοί χρειάζονταν ειδικά σκηνικά για τη διέγερση της μεταφυσικής σκέψης, χρειάζονταν ειδικές όψεις για να αποτραβηχτούν από τους εγκόσμιους συνειρμούς και να τροφοδοτήσουν εαυτούς και αλλήλους με φαντασιώσεις και θρησκευτικές δοξασίες. Όμως, κατά ένα περίεργο τρόπο, τα ίδια απόκοσμα σκηνικά έμελλε να τροφοδοτήσουν και μια κοσμική απόλαυση σε μια διαφορετική εποχή «νομιμοποιημένης» ορειβασίας: Μια απόλαυση στηριγμένη στην αισθαντικότητα, στις ασυνήθιστες όψεις κατά μήκος μονοπατιών και μουλαρόδρομων, στη διαπλοκή τοπίων και μετεωρολογικών συνθηκών, στη διαφορετική βίωση των ορεινών σκηνικών μέσα από τις διαφορετικές συνθήκες προσωπικής σωματικής έντασης. Σε αντίθεση με τον παραδοσιακό πιστό, ο μεταμοντέρνος πιστός της ορειβασίας μπορούσε να βλέπει τα ίδια πράγματα σαν μια διαδοχή ζωγραφικών όψεων και μάλιστα στο πλαίσιο μιας ολιστικής και διαδραστικής τέχνης, όπου εκτός από την εικόνα υπεισερχόταν το δυνατό ή ασθενικό φως, η ομίχλη, το βουητό του βοριά, το θρόισμα κάποιας φυλλωσιάς, η μυρωδιά των αγριόχορτων, η απεραντοσύνη και «αγριότητα» των αλπικών περιοχών - πάνω από τα 1.800-1.900 μέτρα.

Παράλληλα, και σε αντίθεση με αυτή τη στοχαστική περιήγηση του ορεινού χώρου, αναπτύχθηκε αφενός μια «κατορθωματική» λογική, που έδινε έμφαση στις επιδόσεις και στα ακραία σπορ, αφετέρου μια συμβατική λογική «κατανάλωσης» του ορεινού χώρου. Η δεύτερη συνδεόταν με ευπρεπή σαλέ «αναρτημένα» σε απότομες κορυφές, με ορειβατικές πίστες απολύτως δολοφονικές για τη βλάστηση, με τελεφερίκ στο οπουδήποτε, με οδοποιία σοβαρών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, με υπερπτήσεις ελικοπτέρων σε εθνικούς δρυμούς, ακόμη και με heliskiing - δηλαδή με τη χρησιμοποίηση ελικοπτέρων για την άνοδο γκλαμουράτων σκιέρ στα υψηλότερα σημεία του βουνού...

Οι άλλοι Όλυμποι...

Ένα διάσημο βουνό όπως ο Όλυμπος δεν ήταν δυνατόν παρά να συμβάλει στην ονοματοδοσία και άλλων βουνών - μέχρι και του πλανητικού μας συστήματος! Στην πρώτη περίπτωση ανήκε η ονοματοδοσία ορεινών όγκων του ιστορικού ελληνικού κόσμου, όπως στη Λαυρεωτική, στη Λακωνία, στη Βιθυνία, στην Εύβοια, στην Ιωνία, στην Αρκαδία, στην Κιλικία, στην Λέσβο και στην Κύπρο. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκε το Olympus Mons, κορυφαία εδαφική έξαρση στον πλανήτη Άρη, ύψους 21 χιλιομέτρων (!), που βαφτίστηκε με αυτό το όνομα από τους χαρτογράφους του κόκκινου πλανήτη...

Η μεγάλη απήχηση του Ολύμπου θα ανοίξει τον δρόμο για περιηγήσεις, για τη δημιουργία καταφυγίων, για τη διάνοιξη και συντήρηση των μονοπατιών. Ταυτόχρονα όμως θα εκθρέψει απειλές και θα οδηγήσει ή θα εμπνεύσει επεμβάσεις που πλήττουν τη συνοχή του τοπίου και «εξημερώνουν» τον χώρο, υποβαθμίζοντας την οικολογική και μνημειακή αξία του... Το 1936 ο ίδιος ο Μπουασονά θα μιλήσει για τους κινδύνους μιας καταστρεπτικής εκμετάλλευσης: «Προσοχή στους εργολάβους οικοδομών που θα θελήσουν να επωφεληθούν από αυτή τη φήμη που ολοένα μεγαλώνει... Φίλοι Έλληνες, το νου σας πριν είναι αργά»...

Η ευαίσθητη οπτική του Ελβετού καλλιτέχνη διαβλέπει πρώιμους κινδύνους, όμως η κατάσταση στον Μεσοπόλεμο παραμένει σχετικά πρωτόγονη. Ο Όλυμπος προτείνεται για φυσιοδίφες, για ανθρώπους που θέλουν να αναμετρήσουν τη σωματική τους αντοχή, για εραστές ασυνήθιστων τοπίων όπως ο ακαδημαϊκός Καμπούρογλου ή ο μαέστρος Μητρόπουλος, για αναχωρητές των εγκοσμίων. Ένας από αυτούς είναι και ο ζωγράφος Ιθακήσιος, που θα «εποικίσει» τον Όλυμπο το 1928 και θα παραμείνει με διακοπές σε μια σπηλιά στα 1.800 μέτρα, επί 20 χρόνια, σαν πρώιμος χίπι - ζωγραφίζοντας και «φιλεύοντας» τους επισκέπτες του. Μισό αιώνα αργότερα, το 1977, ο Ιθακήσιος είναι πλέον τρόφιμος γηροκομείου, όμως αδυνατεί να αντισταθεί σε ένα κύμα νοσταλγίας και ένα βράδυ εκπονεί σχέδιο απόδρασης: Σηκώνεται από το κρεβάτι, φοράει την ορειβατική του εξάρτηση και προσπαθεί να διαφύγει από το παράθυρο του ισόγειου δωματίου του για να επανακάμψει στα 1.800 μέτρα της σπηλιάς του. Όμως το ενάμισι μέτρο ύψους και η αδυναμία των 99 χρόνων τον οδηγούν στην πτώση και στον θάνατο...

Από βιότοπος του αντάρτικου στο στόχαστρο του κιτς

Στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης ο Όλυμπος μετατρέπεται σε βιότοπο του ανταρτικού κινήματος, δίνοντας το όνομά του ως προμετωπίδα του Ελασίτικου ύμνου: «Βροντάει ο Όλυμπος κι αστράφτει η Γκιώνα - κουνιώνται τ' Άγραφα, σειέται η στεριά - στ' άρματα, στ' άρματα, εμπρός στον αγώνα...». Όμως η σημασία της περιοχής θα αναδειχθεί ακόμη περισσότερο στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Το Λιτόχωρο, σταθμός της πιο σημαντικής διαδρομής προς τις κορυφές του Ολύμπου μέσα από την κοιλάδα του ποταμού Ενιππέα και την τοποθεσία «Πριόνια», γίνεται τον Μάρτιο του 1946 πεδίο μεγάλης επίθεσης του Δημοκρατικού Στρατού εναντίον του σταθμού χωροφυλακής. Τον Δεκέμβριο του 1946, στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας του Νοτίου Ολύμπου (πάνω από το χωριό Σπαρμός), εκδίδεται με πολύγραφο το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Εξόρμηση», που ήταν όργανο του Γενικού Αρχηγείου των ανταρτών.

Στη μετεμφυλιακή περίοδο ο τουρισμός θα προβάλει ως απάντηση στις παραγωγικές μειονεξίες της χώρας, πράγμα που συχνά οδηγεί σε αρχαιόπληκτες επεμβάσεις στη θέση μιας σοβαρής προβολής της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σε δημοσίευμα του περιοδικού «Σχολιαστής» τον Σεπτέμβριο του 1985 διαβάζουμε για το σχέδιο επιχειρηματία-διαφημιστή, για τη δημιουργία ολόκληρης αρχαίας πόλης στον Όλυμπο:

«Θα χτιστούν (σε πιστή αναπαράσταση) οι διάφορες αρχαίες φιλοσοφικές σχολές (ξεκινώντας από τον Θαλή και τον Πυθαγόρα), η Ακαδημία του Πλάτωνα, το Λύκειο του Αριστοτέλη, ο Κήπος του Επίκουρου και όλες οι 'αθάνατες Σχολές' των Ελλήνων σοφών... Το αρματοδρόμιο θα λειτουργεί σύμφωνα με τα αρχαϊκά πρότυπα... Το μόνιμο προσωπικό της αρχαίας πόλης θα είναι ντυμένο με αρχαϊκούς χιτώνες... Μπαίνοντας ο επισκέπτης θα φορά τον αρχαϊκό χιτώνα και θα τον παραδίδει κατά την έξοδό του...Ήρθε η ώρα τα ιδανικά που κοιμούνται στις ανθρώπινες μνήμες να 'ξυπνήσουν' κι ο Όλυμπος να αντιλαλήσει τον παιάνα της ωραιότερης ιστορίας του κόσμου...».

Το αρχαιολατρικό κιτς δεν θα ευδοκιμήσει σε αυτή τη συγκυρία και το βουνό θα παραμείνει διαθέσιμο για ήπιες σχετικά επεμβάσεις: που δεν τραυματίζουν την ιδιαίτερα ευάλωτη πανίδα μέσα στο πλαίσιο του ανακηρυχθέντος ήδη από το 1938 «Εθνικού Δρυμού Ολύμπου». Όπου σημαντική είναι η παρουσία του αγριόγιδου, του χιονοπόντικα, της αλεπούς, του αγριογούρουνου, αλλά και της οχιάς, σε αντίθεση με άλλα είδη, όπως το τσακάλι ή ο λύγκας, που εξώσθησαν μέσα σε μια διαδικασία περιβαλλοντικών και γενικότερων αλλαγών...

Η συνέχεια αυτής της πορείας, από τον μυθικό Όλυμπο ώς τον σημερινό Όλυμπο των καταφυγίων της Αλπικής ζώνης και της ορειβασίας, δεν θα είναι ιδιαίτερα ρόδινη. Χωρίς να λείπουν οι «εποικισμοί» του χώρου από κάποια αυθαίρετα, η κύρια επιβουλή εκπηγάζει από μια ασύδοτη κινητικότητα που υποβαθμίζει τη λειτουργικότητα του χώρου. Είναι τα 4Χ4 που αναζητούν μιαν άλλη κατορθωματική διάσταση, προωθώντας το μισοξεχασμένο μοντέλο του ευσταλούς «ανθρώπου του Camel». Είναι τα εντούρο ενός εξαθλιωμένου τσογλαναριάτου, που ακυρώνουν αισθήσεις και εικόνες της πεζοπορικής εμπειρίας μέσω της εκπομπής εξωφρενικών θορύβων. Οι πρακτικές αυτές θα προκαλέσουν αντιδράσεις τοπικών και περιβαλλοντικών οργανώσεων. Την τελευταία περίοδο, πρωτοστατεί η «Εθελοντική Ομάδα Δράσης Νομού Πιερίας», που καταγγέλλει τη διείσδυση τζιπ: όχι απλώς μέσα στα όρια του Εθνικού Δρυμού Ολύμπου, αλλά και σε αρχαιολογική περιοχή εντός αυτών των ορίων, που επιπλέον είναι και περιοχή Natura!

Όλυμπος for ever...

«Αν η θάλασσα μου προσφέρει την εικόνα ενός διαλυμένου τοπίου, το βουνό μού φαίνεται σαν ένας συμπυκνωμένος κόσμος. Και είναι τέτοιος στην κυριολεξία, αφού η γη με τις πτυχές και τις χαράδρες της συγκεντρώνει μεγαλύτερη επιφάνεια εδάφους πάνω στην ίδια έκταση. Αυτός ο συμπυκνωμένος κόσμος περικλείει υποσχέσεις ανεξάντλητες...».

Αυτές τις κουβέντες εκστομίζει ένας μεγάλος επιστήμονας, φυσιολάτρης, απαράμιλλος σε περιγραφές τοπίων - όπως ο Κλωντ Λεβύ Στρως: Κουβέντες που στηρίζουν την ανάγκη προστασίας αυτού του «συμπυκνωμένου», πολυλειτουργικού για τη φύση και τον άνθρωπο κόσμου από τις απειλές ενός κόσμου κερδοσκοπίας, αλλά και μεγάλων ελλειμμάτων φαντασίας.

Για κάποιους η ζωή μπορεί να φαίνεται μικρή, όμως η διαδρομή της μέσα από τέτοιες συμπυκνώσεις την κάνει μεγαλύτερη έως συναρπαστική. Πολύ δε περισσότερο όταν υιοθετεί το σκεπτικό μιας ταξιδιωτικής συγγραφέως - όπως η Κάτια Αντωνοπούλου: Η οποία δήλωνε ότι μετεκινείτο στον χώρο υποκινώντας την ανάδυση όλων των εαυτών, που εγκλείονταν μέσα στον (υποτιθέμενο) ένα και μοναδικό εαυτό της...

Οι φίλοι του Ολύμπου συναντώνται στο τέως βουνό των θεών στις 20-21 Ιουλίου. Για πολλούς αυτή η συνάντηση θα είναι υποστήριξη της αρτιότητας ενός πεδίου αναψυχής. Και πράγματι έτσι είναι, αλλά είναι και κάτι περισσότερο: Είναι η υποστήριξη μιας εσαεί πρόσληψης φύσης και ιστορίας. Είναι ένα ιδεοδρόμιο απογείωσης στον ουρανό της στοχαστικής ζωής, σε μια επαφή με τις αχανείς κλίμακες του κόσμου. Ένα αντίδοτο στην προσωρινότητα της επικαιρότητας - της οποίας το overdose μας κάνει «ανεπαισθήτως» μονοδιάστατους...