Ακολουθήστε μας στο Facebook

facebook

 

Το είδος μας δεν γεννήθηκε μέσα στο τσιμέντο ,αλλά μέσα σε αγρια δάση και λιβάδεια. Τα μάτια μας εξελίχθηκαν για διακρίνουν τις λεπτές διαφορές ανάμεσα στις χρυσαφένιες ,πρασινωπές και καφεκόκκινες αποχρώσεις των ωρίμων καρπών και των φύλλων και όχι για να αγναντεύουν το γκρίζο των πόλεων.

*Το κείμενο είναι αυτούσιο από το περιοδικό Εξώπολις του ΕΟΣ Θεσσαλονίκης τεύχος 11 σελ. 27-29 *

 

Συντροφεύουν με τον πιο διακριτικό τρόπο κάθε ορειβάτη και κατοικούν στα πιο απρόσιτα μέρη: σε δασωμένες χαράδρες ή επάνω σε βράχους, στα πιο απόκρημνα σημεία των βουνών. Πρόκειται για τους δεινότερους ορειβάτες των ελληνικών βουνών και δεν είναι άλλοι από τους ορεινούς εκπροσώπους της θαυμαστής ελληνικής χλωρίδας.

Η χλωρίδα της Ελλάδας, το σύνολο δηλαδή των διαφορετικών φυτών που απαντούν μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας, είναι από τις πλουσιότερες στην Ευρώπη. Περιλαμβάνει γύρω στα 6300 φυτικά είδη και υποείδη και έρχεται δεύτερη μετά την Ισπανία που αριθμεί περίπου 8000 είδη, σειρά όμως που ανατρέπεται, αν αναλογιστεί κανείς ότι η έκταση της Ισπανίας είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη από αυτή της Ελλάδας.

Fritillaria drenovskii, βαλκανικό ενδημικό είδος που απαντά στα βουνά της ΒΑ Ελλάδας (Παγγαίο, Μενοίκιο, Όρβηλος, Φαλακρό) και της ΝΔ Βουλγαρίας.Πού οφείλεται όμως αυτός ο πλούτος της ελληνικής χλωρίδας; Μία από τις κυριότερες αιτίες που αυξάνουν τον αριθμό των φυτικών ειδών στη χώρα μας είναι η εξαιρετικά διαμελισμένη τοπογραφία της. Το έντονο γεωλογικό παρελθόν της Ελλάδας οδήγησε στη δημιουργία νησιών, χερσονήσων, βουνών, χαράδρων και πεδιάδων, μια ποικιλία δηλαδή από διαφορετικά περιβάλλοντα, με διαφορετικό μικροκλίμα, στα οποία μπορούν να ζήσουν πολυάριθμα φυτικά είδη. Μάλιστα, το διαμελισμένο ανάγλυφο της Ελλάδας με την απομόνωση πληθυσμών φυτών και την αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ τους, υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για τη δημιουργία ενδημικών ειδών, δηλαδή ειδών που υπάρχουν σε μια μόνο περιορισμένης έκτασης περιοχή και πουθενά αλλού στον κόσμο. Στην Ελλάδα το ποσοστό ενδημισμού ανέρχεται στο 15% των φυτών που απαρτίζουν την ελληνική χλωρίδα, το μεγαλύτερο ποσοστό σε όλη την Ευρώπη και τη Μεσόγειο, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτό της νότιας Ισπανίας ή του Μαρόκο.

Τα φυτά, δεινοί ορειβάτες, σκαρφαλώνουν στα πιο απόκρημνα μέρη. Η Saxifraga sempervivum φύεται σε βραχώδεις θέσεις και υψόμετρα μεγαλύτερα των 1600 μ.Ανάμεσα στις περισσότερο ενδιαφέρουσες χλωριδικά περιοχές της Ευρώπης, ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα ελληνικά βουνά. Η χλωρίδα τους εμπλουτίζεται με είδη που υπάρχουν στη βόρεια Ευρώπη σε χαμηλά υψόμετρα, ενώ στην Ελλάδα ανεβαίνουν σε αλπικά επίπεδα. Κοινά χλωριδικά στοιχεία μοιραζόμαστε με οροσειρές γειτονικές της Ελλάδας, όπως τις Άλπεις, τα Καρπάθια, τα Απέννινα και τα βουνά της Ανατολίας. Πολλά είναι τα βαλκανικά ενδημικά είδη, δηλαδή φυτά που απαντούν αποκλειστικά στη βαλκανική χερσόνησο, κυρίως σε βουνά του βορρά, τα οποία μοιραζόμαστε με την Αλβανία, την πρώην Γιουγκοσλαβία ή τη Βουλγαρία. Τα ελληνικά ενδημικά είδη δεν είναι λίγα και αυξάνονται όσο κινούμαστε προς το νότο, με κορύφωση του αριθμού τους στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Τέλος, υπάρχουν τα τοπικά ενδημικά είδη που απαντούν σε ένα μόνο βουνό ή ακόμα και μία πλαγιά, συνήθως απομονωμένο για κάποιο λόγο, όπως συμβαίνει με τα Λευκά Όρη της Κρήτης, τον Ταΰγετο, τον Όλυμπο, τον Άθω ή το Βούρινο.

Τα ασβεστολιθικά βράχια φιλοξενούν ενδημικά ή σπάνια φυτά. Η Campanula oreadum,  ενδημικό του Ολύμπου, προσθέτει χρώμα σε βράχια και γκρεμούς σε υψόμετρα μεγαλύτερα των 1800 μ., όπως στο λούκι του Μύτικα. Η εναλλαγή των διαφορετικών τύπων βλάστησης, κατά την ανάβαση σε ένα βουνό, είναι εικόνα πολύ γνωστή σε έναν έμπειρο ορειβάτη: πουρνάρια, κέδροι, φιλύκια, κουμαριές δίνουν τη θέση τους σε δρυοδάση, για να ακολουθήσουν δάση μαύρης πεύκης, ελάτης ή οξυάς και τέλος, στα βουνά της βόρειας Ελλάδας και της Πίνδου, ρόμπολα στα δασοόρια, οι αγαπημένοι γίγαντες, που φιλοξενούν πολυάριθμα ποώδη είδη στις ανοιχτές συστάδες τους. Ο γενικός κανόνας βρίσκει τις εξαιρέσεις του στην Κρήτη, όπου συστάδες από κυπαρίσσια ανεβαίνουν μέχρι τα 1800 μ., στα βουνά του βορρά, π.χ. Βροντού, όπου μπορούν να παρατηρηθούν τοπικά συστάδες από δασική πεύκη, και στην κεντρική Ροδόπη, όπου η ερυθρελάτη σχηματίζει τα γνωστά παραμυθένια δάση.

Το μεγαλύτερο όμως βοτανικό ενδιαφέρον βρίσκεται ψηλότερα από τις τελευταίες κορυφές των δέντρων, στα μεγάλα υψόμετρα ή μέσα σε χαράδρες και απόκρημνα φαράγγια. Αλπικά λιβάδια, βραχώδεις θέσεις σε μεγάλα υψόμετρα και χαράδρες μπορεί να κρύβουν σπάνια, απειλούμενα  και ενδημικά φυτά.

Tulipa australis στο Βούρινο, βουνό πλούσιο σε σερπεντινικά πετρώματα με 8 τοπικά ενδημικά είδη.Στα περιβάλλοντα αυτά οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες για την επιβίωση των φυτών. Τα ασβεστολιθικά βράχια, για παράδειγμα, τόσο σε μεγάλα υψόμετρα όσο και μέσα σε χαράδρες, είναι από τα πλέον αφιλόξενα περιβάλλοντα, καθώς το νερό δεν μπορεί να συγκρατηθεί, ρέει μέσα σε σχισμές και ρωγμές τους και χάνεται. Η εικόνα ερήμωσης όμως των ανοιχτόχρωμων γκρι ασβεστολιθικών γκρεμών είναι παραπλανητική. Στην πραγματικότητα πολλά από τα σπανιότερα φυτά της ελληνικής χλωρίδας απαντούν εκεί: π.χ. τα ενδημικά του Ολύμπου Campanula oreadum, Alyssum handelii, Potentilla deorum, Viola striis-notata, κ.α.

Έπειτα, πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι εκτεταμένες εκτάσεις με περιδοτίτες και σερπεντίνες της βόρειας Πίνδου, με μικρότερες σποραδικές εμφανίσεις στη Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια. Τα πετρώματα αυτά είναι πλούσια σε μαγνήσιο και βαρέα μέταλλα, όπως νικέλιο, γεγονός που τα καθιστά τοξικά για τα περισσότερα είδη φυτών, ενώ αντίθετα κάποια άλλα είναι στενά συνδεδεμένα με αυτά τα υποστρώματα, ανεχόμενα τις υψηλές συγκεντρώσεις των βαρέων μετάλλων. Έτσι, πολλά φυτά ζουν κατά αποκλειστικότητα επάνω στις σερπεντίνες του Σμόλικα, της Βασιλίτσας ή του Βούρινου της δυτικής Μακεδονίας, ένα βουνό σχετικά μικρό σε έκταση και ύψος, που φιλοξενεί ωστόσο 8 τοπικά ενδημικά είδη, ανάμεσά τους τα Drymocallis longisepala, Hesperis theophrasti subsp. rechingeri, Onosma elegantissimum, Scutellaria rupestris subsp. rechingeri.

Viola doerfleri, αποκλειστικά στα αλπικά λιβάδια του Καϊμακτσαλαν.Πολύ διαφορετική εικόνα δίνουν οι γρανίτες κάποιων μεγάλων βουνών της βόρειας Ελλάδας (Βαρνούντας, Βόρας) ή οι γνεύσιοι της Ροδόπης, πετρώματα τα οποία διατηρούν την υγρασία πολύ περισσότερο από τους ασβεστόλιθους, επιτρέποντας έτσι το σχηματισμό υγρών λιβαδιών, βάλτων και ρυακιών. Στα αλπικά λιβάδια του Βόρα η άνοιξη έρχεται αργά. Δίπλα στα χιόνια που λιώνουν και σχηματίζουν τα ατελείωτα ρυάκια του βουνού, μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα ενδημικά του βουνού Crocus pelistericus, Ranunculus cacuminis και Viola doerfleri.

Τέλος, η απομόνωση που προσφέρουν σε πληθυσμούς φυτικών ειδών τα δύσβατα φαράγγια και οι χαράδρες έχει οδηγήσει, εκτός από τη δημιουργία νέων ειδών, στη διατήρηση κάποιων παλαιοενδημικών, όπως τα τέσσερα μέλη της οικογένειας Gesneriaceaeπου επιβιώνουν στην Ελλάδα, απομεινάρια μιας παλαιότερης γεωλογικής περιόδου, κατά την οποία το κλίμα ήταν θερμότερο και υγρότερο και έτσι ευνοούσε τη μεγαλύτερη εξάπλωση αυτών των ειδών, ενώ στις μέρες μας η εξάπλωσή τους είναι πολύ περιορισμένη.

Τα υγρά λιβάδια σε μεγάλα υψόμετρα φιλοξενούν σπάνιες ορχιδέες, όπως η Dactylorhiza pindica, φωτογραφημένη στο Σμόλικα.Ο χλωριδικός πλούτος των ελληνικών βουνών άρχισε να γίνεται γνωστός γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα, εποχή που ξεκινά η βοτανική εξερεύνησή τους από τον JohnSibthorp, ο οποίος ανεβαίνει στα βουνά της Κρήτης και στον Άθω. Μισό αιώνα αργότερα, συνεχίζεται από τον Theodor von Heldreich, ο οποίος κάνει εκτεταμένα ταξίδια σε όλη την Ελλάδα. Το 1851 ανέβηκε στον Όλυμπο, ακολουθώντας τη διαδρομή που αργότερα θα καθιερωνόταν ως κλασσική, από Λιτόχωρο προς τις κορυφές μέσω του φαραγγιού του Ενιπέα, συλλέγοντας εκτενώς τα φυτά που συνάντούσε. Αρκετά από τα ενδημικά του Ολύμπου ανακαλύφθηκαν τότε. Ακολούθησαν πολλά μεγάλα ονόματα, τόσο επαγγελματιών όσο και ερασιτεχνών βοτανικών και η γνώση για τη χλωρίδα των βουνών έχει αυξηθεί σημαντικά έκτοτε.

Ένας από τους 4 εκπροσώπους της οικογένειας Gesneriaceae στην Ελλάδα, η Jankaea heldreichii, φύεται αποκλειστικά στον Όλυμπο.Η έρευνα δεν τελειώνει ποτέ και τα ελληνικά βουνά μπορεί να κρύβουν ακόμα πολλές εκπλήξεις. Στις μέρες μας η ανεύρεση και φωτογράφιση σπάνιων φυτών προσελκύει ολοένα και περισσότερο κόσμο και δεν είναι λίγες οι φορές που σημαντικές πληροφορίες ή ανακάλυψη νέων ειδών προκύπτουν από ερασιτέχνες βοτανικούς. Οι ορειβατικοί σύλλογοι με τις αναβάσεις τους και την πεζοπορία σε μονοπάτια λιγότερο γνωστά, θα μπορούσαν επίσης να προσφέρουν πολλά στη γνώση της χλωρίδας των βουνών. Την επόμενη φορά λοιπόν που θα βρεθείτε σε βουνό, δώστε λίγη σημασία στους χρωματιστούς σας συντρόφους. Παρατηρήστε τα λουλούδια γύρω σας, πάρτε μια φωτογραφία, αλλά μην τα κόβετε και – κυρίως – μην τα ξεριζώνετε ποτέ. Μπορεί κάτι να έχουν να σας πουν.

 

Insula alba (aka Κατερίνα Γούλα)